Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία της επιστήμης όπου το Σύμπαν μοιάζει να χαμηλώνει τη φωνή του και να μας ψιθυρίζει το πιο σκοτεινό μυστικό του: αυτό το ψιθύρισμα είναι οι μαύρες τρύπες – περιοχές όπου ο χωροχρόνος παραμορφώνεται, το φως αιχμαλωτίζεται, ενέργεια ακτινοβολείται από το κενό, η γενική σχετικότητα φτάνει στα όριά της και η κβαντική φυσική, παίρνοντας τον λόγο, αποκαλύπτει το αληθινό της πρόσωπο.
Σε αυτό το καθηλωτικό βιβλίο, δύο κορυφαίοι φυσικοί -ο Brian Cox και ο Jeff Forshaw- μάς ταξιδεύουν εκεί όπου ελάχιστοι τόλμησαν: στο σημείο όπου η βαρύτητα συναντά την κβαντική διεμπλοκή, εκεί όπου η πληροφορία αμφισβητεί την ίδια της την ύπαρξη· εκεί όπου, ίσως, βρίσκονται τα κλειδιά για την τελική θεωρία του Σύμπαντος. Ένα ταξίδι στο πιο ακραίο κβαντικό εργαστήριο της φύσης: στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας – στο μοναδικό σημείο όπου ο αθάνατος ταξιδιώτης «ακούει» τη φύση να μιλάει «κβαντικά».
Τι συμβαίνει στον ορίζοντα γεγονότων; Μπορεί η πληροφορία να χαθεί; Πώς η διεμπλοκή «χτίζει» τον ίδιο τον χώρο; Μπορεί μια σκουληκότρυπα να είναι πύλη σε άλλα σύμπαντα; Και, γιατί πολλοί επιστήμονες, πλέον, πιστεύουν ότι η κβαντική βαρύτητα μπορεί να μελετηθεί… μέσα σε έναν κβαντικό υπολογιστή;
Ένα βιβλίο που διαβάζεται σαν περιπέτεια, αλλά είναι «χτισμένο» με ατόφια επιστήμη. Δεν λες ότι το διάβασες – λες ότι το έζησες. Και όταν το κλείσεις, ο νυχτερινός ουρανός δεν θα σου φαίνεται ποτέ πια ο ίδιος.
Τι είναι, τελικά, μια μαύρη τρύπα;
Ένα κοσμικό τέρας ή ένας μυστικός υπολογιστής της φύσης;
Για έναν ολόκληρο αιώνα πιστεύαμε ότι το Σύμπαν αποτελείται από έναν μικρό αριθμό θεμελιωδών σωματιδίων, τα οποία αλληλεπιδρούν μέσα στο πεδίο δράσης που ονομάζουμε χωροχρόνο, ακολουθώντας μια μαθηματική αρχιτεκτονική τόσο απλή και κομψή, που θα χωρούσε να γραφτεί στο πίσω μέρος ενός φακέλου.
Η μελέτη της μαύρης τρύπας μοιάζει να μας οδηγεί προς μια νέα κατεύθυνση – προς μια γλώσσα που χρησιμοποιείται πιο συχνά από τους επιστήμονες των κβαντικών υπολογιστών: Τη γλώσσα της πληροφορίας. Ο χώρος και ο χρόνος ίσως δεν είναι θεμελιώδεις οντότητες· ίσως δεν υφίστανται καθόλου στην πιο βαθιά περιγραφή της φύσης. Αντί γι’ αυτό, φαίνεται να «συντίθενται» από κβαντικά bits πληροφορίας σε κατάσταση διεμπλοκής, με τρόπο που θυμίζει έναν έξυπνα σχεδιασμένο κώδικα υπολογιστή. Αν το Σύμπαν είναι αποτέλεσμα σχεδίου, τότε ο δημιουργός του, απ’ ό,τι φαίνεται, είναι… προγραμματιστής.
Αλλά εδώ χρειάζεται προσοχή. Όπως και ο Πάλεϊ πριν από εμάς, κινδυνεύουμε να παρασυρθούμε από το ίδιο μας το δέος. Ο ρόλος της επιστήμης της πληροφορίας στην κατανόηση της μαύρης τρύπας ίσως μας οδηγεί σε μια νέα, ριζοσπαστική περιγραφή της φύσης· αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είμαστε προϊόν προγραμματισμού. Μπορούμε, αντί γι’ αυτό, να συμπεράνουμε ότι η γλώσσα των υπολογιστών είναι απλώς εξαιρετικά κατάλληλη για να περιγράψει τον αλγοριθμικό τρόπο με τον οποίο ξετυλίγεται το Σύμπαν. Έτσι διατυπωμένο, το μυστήριο δεν είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο από το «θαύμα» που περιέγραψε ο Βίγκνερ – το πώς τα μαθηματικά τυχαίνει να ταιριάζουν τόσο τέλεια στους νόμους της φυσικής. Η επεξεργασία της πληροφορίας –η ροή των bits από είσοδο σε έξοδο– δεν είναι κατασκευή της επιστήμης των υπολογιστών· είναι χαρακτηριστικό του ίδιου του Σύμπαντος. Ίσως, λοιπόν, η ιδέα του «χωροχρόνου ως κώδικα κβαντικού υπολογιστή» να μη δείχνει προς έναν υπερβατικό προγραμματιστή· ίσως απλώς σημαίνει ότι οι υπολογιστές μας έχουν αρχίσει να ανακαλύπτουν τα τεχνάσματα που η ίδια η φύση χρησιμοποιεί εδώ και αιώνες.
Αν το δούμε έτσι, τότε οι μαύρες τρύπες δεν είναι παρά κοσμικές Στήλες της Ροζέτας – μας δίνουν τη δυνατότητα να μεταφράσουμε τις παρατηρήσεις μας σε μια νέα γλώσσα, που μας αποκαλύπτει κάτι από τη βαθύτερη λογική και την πιο εκτυφλωτική ομορφιά του Σύμπαντος.
… Μήπως, το να ζούμε μέσα σε ένα σύμπαν που μοιάζει με γιγάντιο κβαντικό υπολογιστή σημαίνει ότι είμαστε εικονικές οντότητες, παγιδευμένες στο «παιχνίδι» ενός υπερνοήμονος νου; Μάλλον όχι. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να κάνουμε ένα τέτοιο άλμα. Αυτό που, μάλλον, συμβαίνει είναι ότι στην πορεία μας προς τη διατύπωση μιας κβαντικής θεωρίας της βαρύτητας –το πιο «γαλάζιο» των θεωρητικών οριζόντων– ρίξαμε μια ματιά σε ένα βαθύτερο επίπεδο της πραγματικότητας. Κι αυτή η κατανόηση ίσως αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμη στον σχεδιασμό των κβαντικών υπολογιστών του μέλλοντος. Έχει συμβεί πολλές φορές στην ιστορία της επιστήμης: ανακαλύπτουμε τεχνικές που η φύση χρησιμοποιεί ήδη, και είναι φυσικό αυτές οι τεχνικές να αποδεικνύονται πολύτιμες για εμάς. Η φύση, τελικά, είναι ο καλύτερος δάσκαλος.
Αυτή η απροσδόκητη σύνδεση ανάμεσα στην κβαντική υπολογιστική και την κβαντική βαρύτητα ανοίγει συναρπαστικές, νέες προοπτικές. Το μέλλον της έρευνας για την κβαντική βαρύτητα ίσως αποκτήσει πειραματική διάσταση – κάτι που, μέχρι πριν λίγα χρόνια, θα φαινόταν εξαιρετικά απίθανο. Ίσως να μπορέσουμε κάποτε να μελετήσουμε τη φυσική της μαύρης τρύπας μέσα στο εργαστήριο, χρησιμοποιώντας κβαντικούς υπολογιστές. Και αυτή η βαθιά σχέση μεταξύ των δύο πεδίων δεν είναι μονόδρομος· η ροή της γνώσης μπορεί να είναι αμφίδρομη. Η έρευνα σχετικά με τις μαύρες τρύπες ίσως αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμη για την ανάπτυξη μεγάλων, πρακτικών κβαντικών υπολογιστών – μηχανών που θα έχουν τεράστιο αντίκτυπο στην οικονομία και στο μακροπρόθεσμο μέλλον του πολιτισμού μας. Ίσως, σύντομα, να μην μπορούμε καν να φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς κβαντικούς υπολογιστές – όπως δεν μπορούμε σήμερα να φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς τους κλασικούς υπολογιστές.
Ό,τι ξεκίνησε ως καθαρή θεωρητική αναζήτηση –η ένωση κβαντικής μηχανικής και βαρύτητας– τώρα φαίνεται πως θα δοκιμαστεί πειραματικά μέσω της τεχνολογίας, που η ίδια η θεωρία ενέπνευσε. Με άλλα λόγια: η θεωρία της μαύρης τρύπας εμπνέει την κβαντική υπολογιστική, και ο κύκλος φαίνεται να ολοκληρώνεται με την κβαντική υπολογιστική να ελέγχει την ίδια τη θεωρία της μαύρης τρύπας.
Αυτό είναι η απόλυτη δικαίωση της έρευνας για την ίδια την έρευνα: δύο από τα μεγαλύτερα προβλήματα της επιστήμης και της τεχνολογίας αποδείχθηκαν βαθιά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Η πρόκληση του να κατασκευάσουμε έναν κβαντικό υπολογιστή είναι εντυπωσιακά παρόμοια με την πρόκληση του να διατυπώσουμε τη σωστή θεωρία της κβαντικής βαρύτητας. Και αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους είναι ζωτικής σημασίας να συνεχίσουμε να στηρίζουμε τις πιο «απρόσιτες», θεωρητικές επιστημονικές προσπάθειες. Κανείς δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει ότι θα υπήρχε μια τέτοια σύνδεση.
«Μόλις συνειδητοποιήσεις τα άστρα και την απεραντοσύνη του ουρανού, η ζωή θα μοιάζει, τελικά, σαν μαγεμένη», έγραψε ο Βίνσεντ βαν Γκογκ. Η μελέτη της μαύρης τρύπας έχει προσελκύσει μερικούς από τους σημαντικότερους φυσικούς των τελευταίων εκατό χρόνων, διότι η φυσική είναι, ταυτόχρονα, αναζήτηση τόσο της κατανόησης όσο και της γοητείας. Το γεγονός ότι η προσπάθεια να κατανοήσουμε το άπειρο του ουρανού μάς οδήγησε αναπόδραστα στην ανακάλυψη ενός ολογραφικού σύμπαντος, μαγευτικού μέσα στην παράξενη, λογική ομορφιά του, απλώς επιβεβαιώνει τη διαίσθηση του Βαν Γκογκ. Ίσως, τελικά, είναι αναπόφευκτο οι άνθρωποι να συναντούν τη γοητεία όταν αφιερώνονται στην εξερεύνηση του υπερβατικού. Αλλά –και, ιδού το θαύμα της επιστήμης!– αυτή η μαγεία αποδεικνύεται απίστευτα χρήσιμη.







